Οι διαταραχές υπογονιμότητας αποτελούν ένα σύνθετο ζήτημα. Επηρεάζουν τόσο τις γυναίκες όσο και τους άνδρες, δυσκολεύοντας την εγκυμοσύνη. Σε πολλές περιπτώσεις η δυσκολία στη σύλληψη ενδέχεται να ανησυχήσει το ζευγάρι. Ωστόσο, η σύγχρονη ιατρική προσφέρει σήμερα αποτελεσματικές διαγνωστικές και θεραπευτικές επιλογές, προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε ατόμου.
Τι είναι οι διαταραχές υπογονιμότητας;
Η υπογονιμότητα είναι ένα σύνθετο ζήτημα που αφορά τη δυσκολία ενός ζευγαριού να συλλάβει, παρά τις τακτικές ελεύθερες σεξουαλικές επαφές. Πιο συγκεκριμένα, ορίζεται ως η αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης μέσα σε διάστημα 12 μηνών, όταν δεν χρησιμοποιείται αντισύλληψη. Σε γυναίκες άνω των 35 ετών, ο ιατρός θα συστήσει διερεύνηση νωρίτερα, μετά από διάστημα 6 μηνών. Αυτό συμβαίνει επειδή η ηλικία επηρεάζει τη γονιμότητα, κυρίως λόγω της σταδιακής μείωσης της ποιότητας και της ποσότητας των ωαρίων.
Η υπογονιμότητα μπορεί να αφορά τη γυναίκα, τον άνδρα ή και τους δύο συντρόφους. Για τον λόγο αυτό, όταν ένα ζευγάρι δυσκολεύεται να συλλάβει, η αξιολόγηση καλό είναι να περιλαμβάνει και τα δύο μέλη.
Διαταραχές υπογονιμότητας: Πότε πρέπει να γίνει έλεγχος;
Η έγκαιρη αξιολόγηση της γονιμότητας μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό πιθανών δυσκολιών και στην επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης. Αν και πολλά ζευγάρια επιτυγχάνουν φυσική σύλληψη μέσα στον πρώτο χρόνο προσπαθειών, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η διερεύνηση χρειάζεται να ξεκινήσει νωρίτερα. Συγκεκριμένα, εκτός από τον παράγοντα της ηλικίας, στις γυναίκες λαμβάνονται υπ’ όψιν:
- Αραιομηνόρροια ή αμηνόρροια
- Δυσμηνόρροια (οδυνηρή έμμηνος ρύση)
- Ιστορικό ενδομητρίωσης ή φλεγμονώδους νόσου της πυέλου
- Ιστορικό πολλαπλών αποβολών
- Ιστορικό κακοήθειας
- Λοιπά προβλήματα γονιμότητας που μπορεί να προκύψουν από το ιστορικό
Αντίστοιχα, τη συμβουλή του ιατρού τους οφείλουν να αναζητήσουν άνδρες οι οποίοι παρουσιάζουν τα παρακάτω:
- Παθολογικό σπερμοδιάγραμμα
- Ιστορικό προβλημάτων των όρχεων, προστάτη ή σεξουαλικών
- Ιστορικό κακοήθειας
- Μικροί όρχεις ή οίδημα στο όσχεο
- Οικογενειακό ιστορικό υπογονιμότητας
Αίτια υπογονιμότητας στις γυναίκες
Η γυναικεία υπογονιμότητα μπορεί να σχετίζεται με διαφορετικούς μηχανισμούς του αναπαραγωγικού συστήματος. Σε αρκετές περιπτώσεις, περισσότεροι από ένας παράγοντες ευθύνονται για την υπογονιμότητα, γεγονός που καθιστά σημαντική την ολοκληρωμένη διερεύνηση. Αίτια υπογονιμότητας σε γυναίκες περιλαμβάνουν τα παρακάτω:
- Διαταραχές ωορρηξίας, οι οποίες επηρεάζουν την απελευθέρωση των ωαρίων από τις ωοθήκες. Αυτές περιλαμβάνουν ορμονικές διαταραχές όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, η υπερπρολακτιναιμία, ο υπερθυρεοειδισμός, ο υποθυρεοειδισμός και άλλα.
- Διαταραχές της μήτρας ή του τραχήλου της μήτρας που συμπεριλαμβάνουν ανατομικές ανωμαλίες του τραχήλου ή πολύποδες της μήτρας. Καλοήθη μορφώματα στο τοίχωμα της μήτρας (ινομυώματα της μήτρας) επίσης μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα υπογονιμότητας.
- Σαλπιγγίτιδα. Πρόκειται για φλεγμονή των σαλπίγγων η οποία μπορεί να οφείλεται σε πυελική φλεγμονώδη νόσο. Αυτή συνήθως προκαλείται από σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη, ενδομητρίωση ή συμφύσεις.
- Ενδομητρίωση. Η ανάπτυξη ενδομητρικού ιστού εκτός της μήτρας, η οποία μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία των ωοθηκών, της μήτρας και των σαλπίγγων.
- Πρωτογενής ωοθηκική ανεπάρκεια (ΠΩΑ). Πρόκειται για τη διακοπή της εμμήνου ρύσεως πριν την ηλικία των 40 ετών. Η αιτία συχνά παραμένει άγνωστη, ορισμένοι όμως παράγοντες συνδέονται με την πρώιμη εμμηνόπαυση. Τέτοιοι είναι συνήθως ασθένειες του ανοσοποιητικού συστήματος, ορισμένες γενετικές καταστάσεις όπως το σύνδρομο Turner.
- Πυελικές συμφύσεις. Πρόκειται για ουλώδη ιστό, ο οποίος μπορεί να σχηματιστεί μετά από πυελική λοίμωξη, σκωληκοειδίτιδα, ενδομητρίωση ή χειρουργική επέμβαση στην κοιλιακή ή πυελική χώρα.
- Ο καρκίνος και η θεραπεία αυτού. Ορισμένοι τύποι καρκίνου – ιδιαίτερα καρκίνοι του αναπαραγωγικού συστήματος – μπορεί να επηρεάσουν τη γυναικεία γονιμότητα. Το ίδιο ισχύει και για την χημειοθεραπεία στην οποία υποβάλλονται οι ασθενείς.
Αίτια υπογονιμότητας σε άνδρες
Η ανδρική γονιμότητα εξαρτάται από την παραγωγή επαρκούς αριθμού υγιών σπερματοζωαρίων, την καλή κινητικότητά τους και τη δυνατότητα μεταφοράς τους στο γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα. Παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του σπέρματος ή τη λειτουργία των όρχεων μπορούν να δυσκολέψουν τη σύλληψη. Γενικότερα:
- Μη φυσιολογική παραγωγή ή λειτουργία σπερματοζωαρίων. Προκαλούνται συνήθως λόγω κρυψορχίας, γενετικών ανωμαλιών, προβλημάτων υγείας όπως διαβήτης ή λοιμώξεων όπως χλαμύδια ή HIV. Η κιρσοκήλη μπορεί επίσης να επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος.
- Διαταραχή στην διακίνηση του σπέρματος λόγω σεξουαλικών προβλημάτων όπως η πρόωρη εκσπερμάτωση. Αυτές τις διαταραχές ενδέχεται να επηρεάσουν και γενετικά νοσήματα, όπως η κυστική ίνωση και μορφολογικά προβλήματα.
- Υπερβολική έκθεση σε ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Τέτοιοι είναι ορισμένα φυτοφάρμακα και άλλες χημικές ουσίες, καθώς και η ακτινοβολία. Τη γονιμότητα ενδέχεται να επηρεάσουν και άλλοι παράγοντες, όπως το κάπνισμα, η υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ, τα αναβολικά στεροειδή και ορισμένες φαρμακευτικές αγωγές. Παράλληλα, την ανδρική γονιμότητα ενδέχεται να επηρεάσει η έκθεση των γεννητικών οργάνων σε υψηλές θερμοκρασίες, όπως το τζακούζι.
- Βλάβες που σχετίζονται με τον καρκίνο και τη θεραπεία του, συμπεριλαμβανομένης της ακτινοβολίας ή της χημειοθεραπείας.
Πώς γίνεται η διάγνωση της υπογονιμότητας;
Η διερεύνηση της υπογονιμότητας ξεκινά με αναλυτικό ιατρικό ιστορικό και κλινική εξέταση και των δύο συντρόφων. Συχνά συνυπάρχουν περισσότεροι από ένας παράγοντες που δυσκολεύουν τη σύλληψη. Ο ιατρός αξιολογεί στοιχεία που σχετίζονται με τη γενική υγεία, το αναπαραγωγικό ιστορικό, τον εμμηνορρυσιακό κύκλο της γυναίκας, αλλά και πιθανούς παράγοντες κινδύνου.
Στις γυναίκες, ο έλεγχος περιλαμβάνει γυναικολογική εξέταση, ορμονολογικές εξετάσεις και υπερηχογράφημα μήτρας και ωοθηκών. Όταν χρειάζεται πραγματοποιείται και υστεροσαλπιγγογραφία, προκειμένου να ελεγχθεί πιθανή απόφραξη των σαλπίγγων ή άλλες ανατομικές παραλλαγές που επηρεάζουν τη φυσική σύλληψη. Παράλληλα, ακανόνιστος κύκλος, απουσία περιόδου ή έντονος πόνος κατά την έμμηνο ρύση μπορεί να υποδεικνύουν υποκείμενες διαταραχές που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.
Στους άνδρες, βασική εξέταση αποτελεί το σπερμοδιάγραμμα, μέσω του οποίου αξιολογούνται ο αριθμός, η κινητικότητα και η μορφολογία των σπερματοζωαρίων. Όταν υπάρχουν ενδείξεις ανδρικής υπογονιμότητας, ο ιατρός μπορεί να ζητήσει επιπλέον εξετάσεις. Τέτοιες είναι ο ορμονικός έλεγχος ή το υπερηχογράφημα όρχεων.
Πώς αντιμετωπίζονται οι διαταραχές υπογονιμότητας;
Η θεραπευτική προσέγγιση εξαρτάται από τα αίτια, την ηλικία, το ιατρικό ιστορικό και τις ανάγκες του ζευγαριού. Η διερεύνηση βοηθά να καθοριστεί ποια μορφή θεραπείας είναι πιο κατάλληλη, καθώς τα αίτια υπογονιμότητας είναι ποικίλα. Σε αρκετές περιπτώσεις, η βελτίωση του τρόπου ζωής μας, όπως η διατροφή, το σωματικό βάρος και η διακοπή του καπνίσματος, μπορεί να συμβάλλει θετικά στην αναπαραγωγική υγεία.
Στις γυναίκες, η θεραπεία μπορεί να είναι φαρμακευτική, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ορμονικές διαταραχές ή προβλήματα ωορρηξίας. Σε άλλες περιπτώσεις εφαρμόζονται επεμβατικές τεχνικές, όπως λαπαροσκόπηση ή υστεροσκόπηση, για την αποκατάσταση ανατομικών προβλημάτων.
Στους άνδρες, η θεραπεία εξαρτάται από το αίτιο που επηρεάζει την ποιότητα του σπέρματος ή τη γονιμότητα συνολικά. Ανάλογα με τα ευρήματα, προτείνεται συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, αντιμετώπιση ορμονικών διαταραχών ή χειρουργική αποκατάσταση, όπως στην περίπτωση της κιρσοκήλης.
Όταν οι πιο συντηρητικές μέθοδοι δεν αποδίδουν ή όταν υπάρχουν σοβαρότερα προβλήματα γονιμότητας, το ζευγάρι μπορεί να προχωρήσει σε τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως η σπερματέγχυση ή η εξωσωματική γονιμοποίηση. Η σύγχρονη ιατρική προσφέρει πλέον πολλές επιλογές και για αρκετά ζευγάρια η δυσκολία σύλληψης δεν συνεπάγεται ότι δεν μπορούν να αποκτήσουν ένα παιδί.
Η Δρ. Κλειώ Χαντζιάρα, Ενδοκρινολόγος – Διαβητολόγος με εκπαίδευση στο Harvard και στο Columbia University της Νέας Υόρκης, διαθέτει πολυετή εμπειρία στη διάγνωση και αντιμετώπιση ενδοκρινολογικών διαταραχών που σχετίζονται με τη γονιμότητα, όπως παθήσεις θυρεοειδούς, μεταβολικές διαταραχές και ορμονικές δυσλειτουργίες. Ως συνεργάτης των νοσοκομείων «Υγεία» και «Μητέρα» και υπεύθυνη των τμημάτων Ενδοκρινολογίας και Σακχαρώδους Διαβήτη των ιατρείων CarE MediC, παρέχει ολοκληρωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση, προσαρμοσμένη στις ανάγκες κάθε ασθενούς. Εάν αντιμετωπίζετε δυσκολίες σύλληψης ή επιθυμείτε προληπτικό ορμονικό έλεγχο, επικοινωνήστε μαζί μας για υπεύθυνη και εξατομικευμένη καθοδήγηση.
